Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011
Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011
Ζακ Μερίν, 3η Περίοδος, δεκαετίες του '60 και '70.

Για την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του ως Ζακ Μεσρίν ο Βενσάν Κασέλ (αριστερά, σε σκηνή από το «Υπ΄ αριθμόν 1 δημόσιος κίνδυνος, μέρος 1ον») πήρε εφέτος το βραβείο Σεζάρ.Δίπλα του,ο Ζυλ Λελούς
3η Περίοδος-Δεκαετίες του ΄60 και ΄70-"Ο υπ' αριθμός 1 δημόσιος κίνδυνος" σε DVD
Χωρίσαμε τη Ληστεία τραπέζης σε τέσσερις Περιόδους:
1η Περίοδος: Άγρια Δύση 1880-1890
2η Περίοδος: Οικονoμική Κρίση στην Αμερική: 1920-1935
3η Περίοδος: Δεκαετία του '70-Αρχές δεκαετίας του ΄90
4η Περίοδος: 2000 και μετά

Το πορτρέτο του ληστή της 3ης Περιόδου μπορούμε να δούμε σε αυτό το DVD σε δύο μέρη.
ΥΠ΄ΑΡΙΘΜΟΝ 1 ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Εξαιρετική ταινία που προβάλλει τις απόψεις του ληστή τραπεζών Ζακ Μερίν, στη Γαλλία. Ξεκίνησε τη δράση του από το 1959.
Σε συνέντευξή του στο Paris-Match, το 1977, λέει:
"Δεν μπορώ το νόμο. Δεν το μπορώ το ξυπνητήρι. Μου είναι αδύνατο να περιμένω 10 μήνες για να αγοράσω ένα αυτοκίνητο. Δεν κλέβω απλούς ανθρώπους αλλά τράπεζες, τους μεγαλύτερους κλέφτες της κοινωνίας. Δεν ασχολούμαι με την πολιτική. Η πολιτική είναι ψέμα. Οι πολιτικάντηδες εξαπατούν τον κόσμο. Έχω κηρύξει το δικό μου πόλεμο. Το ξέρω ότι θα πεθάνω από σφαίρες. Αλλά προτιμώ έξω ή νεκρός".
Αυτά τα λόγια διαμορφώνουν μια ψυχολογία ενός άφοβου ανθρώπου, αποφασισμένου, οργισμένου, χωρίς αναστολές αλλά και με διακριτές επιλογές. Η ψυχολογία αυτή αποτυπώνεται στο πρόσωπο και δηλώνει ένα τύπο με σκληρά χαρακτηριστικά, γωνιώδη πρόσωπο, διαπεραστικό βλέμμα, μυώδη.
ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΖΑΚ ΜΕΡΙΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΗ…
ΖΑΚ ΜΕΡΙΝ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
1936 Γεννιέται στο Κλισί, από οικογένεια εργατικής τάξης. Ο πατέρας του δουλεύει σε βιομηχανία κεντημάτων.
1956 Φεύγει για τον πόλεμο της Αλγερίας. Θα επιστρέψει μετά από 3 χρόνια, με παράσημο καλής συμπεριφοράς.
1961 Παντρεύεται με τη Μαρία ντε λα Σολεδάδ στο Παρίσι (στην ταινία αναφέρεται ως Σοφία). Αποκτούν μαζί 3 παιδιά αλλά χωρίζουν το 1965.
1962 Πρώτη φυλάκιση για ληστεία.
1966 Πρώτη συνάντηση με τη Ζαν Σνάιντερ, το θηλυκό alter ego του, με την οποία φυγαδεύονται στον Καναδά.
1969 Απαγωγή του Καναδού δισεκατομμυριούχου Ντελοριέ. Ο Μερίν και η Ζαν Σνάιντερ κατηγορούνται για το φόνο ενός ξενοδοχοϋπαλλήλου αλλά στη συνέχεια αθωώνονται.
1969 Ο Μερίν και η Ζαν Σνάιντερ συλλαμβάνονται στο Τέξας. Παραδίδονται στις αρχές του Καναδά και καταδικάζονται σε 15 και 10 χρόνια κράτησης αντίστοιχα.
1972 Απόδραση του Μερίν από τη σωφρονιστική φυλακή του Σαν Βινσάν ντε Πολ. Δεκαπέντε μέρες αργότερα επιστρέφει για να απελευθερώσει τους συντρόφους του. Κηρύσσεται ォΔημόσιος Κίνδυνος Νο1サ στον Καναδά. Ληστεύει αρκετές τράπεζες και καταφεύγει στη Βενεζουέλα.
1972 Επιστρέφει στη Γαλλία.
1973 Πρώτη σύλληψη πριν την εντυπωσιακή απόδρασή του από το δικαστήριο Κομπιέν, κατά την οποία παίρνει το δικηγόρο του ως όμηρο. Συλλαμβάνεται ξανά από το Διευθυντή της Αστυνομίας Μπρουσάρ, τον οποίον υποδέχεται με ένα ποτήρι σαμπάνιας. Από τη στιγμή αυτή θεωρείται ォΔημόσιος Κίνδυνος Νο1サ και στη Γαλλία.
1977 Εκδίδεται η αυτοβιογραφία του ォΤο Ένστικτο του Θανάτουサ, την οποία έγραψε και μοίραζε κρυφά στη φυλακή. Περίφημη δίκη στο Παρίσι: με τις φάρσες του, ο Μερίν τραβάει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ, προτού καταδικαστεί σε 20 χρόνια κάθειρξης.
1978 Απόδραση από τη φυλακή Λα Σαντέ, με το συνεργό του, Φρανσουά Μπες. Επίθεση στο καζίνο Ντοβίλ. Πρώτη γνωριμία με τη Συλβιά Ζανζακό, με την οποία θα ταξιδέψει στην Ιταλία και το Λονδίνο. Προσπάθεια απαγωγής του δικαστή Πετί.
1979 Απαγωγή του δισεκατομμυριούχου Λελιέβρ. Απαγωγή του δημοσιογράφου Τιλιέ ο οποίος βρίσκεται στη συνέχεια νεκρός. Ο Μερίν κατακλύζει τα ΜΜΕ, με συνεντεύξεις και φωτογραφίσεις. Δημιουργείται ειδικό αστυνομικό κλιμάκιο που ακούει στο όνομα ‘Αντι-Μερίν’.
2.11.1979 Ο Μερίν πυροβολείται μέχρι θανάτου στο κέντρο του Παρισιού, στην πλατεία Κλινιανκούρ, από τους άντρες του Μπρουσάρ. Η ερωμένη του, Συλβιά Ζανζακό, τραυματίζεται σοβαρά.
1η Περίοδος: Άγρια Δύση 1880-1890
2η Περίοδος: Οικονoμική Κρίση στην Αμερική: 1920-1935
3η Περίοδος: Δεκαετία του '70-Αρχές δεκαετίας του ΄90
4η Περίοδος: 2000 και μετά
ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟΝ 1 ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ. ΜΕΡΟΣ 1ο

Γαλλική ταινία σε σκηνοθεσία Ζαν Φρανσουά Ρισέ με τους: Βενσάν Κασέλ, Σεσίλ Ντε Φρανς, Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Ζιλ Λελούς
Η ζωή και η δράση του θρυλικού κακοποιού Ζακ Μεσρίν, ο οποίος στη δεκαετία του '60 έδρασε στη Γαλλία, στις ΗΠΑ και στον Καναδά.
Το πορτρέτο του ληστή της 3ης Περιόδου μπορούμε να δούμε σε αυτό το DVD σε δύο μέρη.
|
Εξαιρετική ταινία που προβάλλει τις απόψεις του ληστή τραπεζών Ζακ Μερίν, στη Γαλλία. Ξεκίνησε τη δράση του από το 1959.
Σε συνέντευξή του στο Paris-Match, το 1977, λέει:
"Δεν μπορώ το νόμο. Δεν το μπορώ το ξυπνητήρι. Μου είναι αδύνατο να περιμένω 10 μήνες για να αγοράσω ένα αυτοκίνητο. Δεν κλέβω απλούς ανθρώπους αλλά τράπεζες, τους μεγαλύτερους κλέφτες της κοινωνίας. Δεν ασχολούμαι με την πολιτική. Η πολιτική είναι ψέμα. Οι πολιτικάντηδες εξαπατούν τον κόσμο. Έχω κηρύξει το δικό μου πόλεμο. Το ξέρω ότι θα πεθάνω από σφαίρες. Αλλά προτιμώ έξω ή νεκρός".
Αυτά τα λόγια διαμορφώνουν μια ψυχολογία ενός άφοβου ανθρώπου, αποφασισμένου, οργισμένου, χωρίς αναστολές αλλά και με διακριτές επιλογές. Η ψυχολογία αυτή αποτυπώνεται στο πρόσωπο και δηλώνει ένα τύπο με σκληρά χαρακτηριστικά, γωνιώδη πρόσωπο, διαπεραστικό βλέμμα, μυώδη.
L' Ennemi Public No1
2 Μαΐ 2009, 14:17Ο ォάνθρωπος με τα χίλια πρόσωπαサ (Βενσάν Κασέλ) συνεχίζει την ασύλληπτη πορεία του στο έγκλημα, χρησιμοποιώντας τα ΜΜΕ, την κυβέρνηση και την αστυνομία. Παράλληλα, οργανώνει την πιο εντυπωσιακή απόδραση, ελπίζοντας ότι θα αφήσει για πάντα πίσω του τη Γαλλία, αλλά και το χαρακτήρα του, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μετά από τόσα χρόνια βίας. Σε αυτή τη φάση της ζωής του σημαντικό ρόλο θα παίξει η ォόμορφη Ιταλίδαサ Συλβιά Ζανζακό (Λιντβίν Σανιέ), ο ォβασιλιάς της απόδρασηςサ Φρανσουά Μπες (Ματιέ Αμαλρίκ) και ο Διευθυντής της Αστυνομίας Μπρουσάρ (Ολιβιέ Γκουρμέ), που θα τον συνοδέψει στην τελευταία σκηνή της ζωής του, στην Πορτ ντε Κλινιανκούρ.
ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΖΑΚ ΜΕΡΙΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΗ…
ォΗ ζωή του Ζακ Μερίν ήταν τόσο πλούσια ώστε δε μπορούσαμε να τη χωρέσουμε σε δύο μόνο ώρεςサ παρατηρεί ο παραγωγός Τομά Λανγκμάν. ォΈτσι αποφασίσαμε να κάνουμε δύο ταινίες: στην πρώτη βλέπουμε τη μύηση του Μερίν στον υπόκοσμο, τη σχέση του με τις γυναίκες και τον παθιασμένο έρωτά του με την Ζαν Σνάιντερ, το θηλυκό alter ego του. Στη δεύτερη ταινία ο Μερίν χτίζει το μύθο του, πολεμώντας το ποινικό σύστημα και προκαλώντας αδιάκοπα την αστυνομία και την εξουσία, καθώς ακολουθεί πιστά τις ιδέες του, που θα τον οδηγήσουν σταδιακά στο θάνατοサ.
Η ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΥΟ ΕΡΓΑ
ォΤο τέλος της πρώτης ταινίας σηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας του Μερίνサ εξηγεί ο σκηνοθέτης Ζαν-Φρανσουά Ρισέ. ォΤώρα πια δεν βλέπει τίποτα το ρομαντικό στον κόσμο των γκάνγκστερ. Έτσι στη δεύτερη ταινία ο Μερίν αυτοτροφοδοτεί το θρύλο του για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, κερδίζοντας την εύνοια των media αλλά και του κόσμου. Στη Γαλλία εκτιμούμε όσους λένε ‘όχι’ - η χώρα μας δημιουργήθηκε μέσα από τη διαμαρτυρία - και σε αυτό το περιβάλλον ο αναρχικός, αντιδραστικός Μερίν γίνεται αρεστόςサ.
Οι δύο ταινίες διαφοροποιούνται ως προς τη δομή τους: ォστο πρώτο έργο βλέπουμε πώς στήνεται η στρατηγική ενός πολέμου, ενώ στο δεύτερο βλέπουμε τον ίδιο τον πόλεμοサ λέει ο σκηνοθέτης. Επίσης, στην αρχή ο Μερίν έχει ένα μέντορα, τον Γκουίντο, ενώ στη συνέχεια γίνεται ο ίδιος το επίκεντρο, περιβαλλόμενος από φίλους και συνεργάτες. Αλλά και σε επίπεδο αισθητικής υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις: η πρώτη ταινία κινείται σε τόνους του μαύρου, του μπλε και του κόκκινου ενώ η δεύτερη σε αποχρώσεις του μαύρου, του καφέ και του πορτοκαλί. ォΠέρα από τις τεχνικές κινηματογράφησης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αναφερόμαστε σε άλλες δεκαετίεςサ σημειώνει ο Βενσάν Κασέλ. ォΟι δεκαετίες του ’50 και ’60 διαφέρουν σημαντικά από αυτή του ’70: τα αυτοκίνητα, τα κουρέματα, η μουσική, και κυρίως οι συμπεριφορές είναι τελείως διαφορετικές μεταξύ τουςサ.
Για τις ανάγκες της ταινίας ΎΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ 1 ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ: ΜΕΡΟΣ 2ο΄, ο Βενσάν Κασέλ έπρεπε να εμφανίζεται βαρύτερος κατά είκοσι κιλά. ォΔεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο μπορεί να σε αλλάξει το βάρος: ο τρόπος που κινείσαι, που περπατάς, που αναπνέεις ή ακόμα και που μιλάς, όλα είναι διαφορετικάサ παρατηρεί ο πρωταγωνιστής. ォΧρειάστηκαν 4 μήνες πριν τα γυρίσματα για να πάρω τα κιλά και 9 μήνες γυρισμάτων για να τα χάσω. Αναγκαστήκαμε να κινηματογραφήσουμε με αντίστροφη χρονολογική σειρά γιατί ήξερα ότι με το στρες των γυρισμάτων θα ήταν αδύνατον να παχύνω – μόνο να αδυνατίσω θα μπορούσα. Πάντως, παρ’όλη την ιατρική και ενδοκρινολογική παρακολούθηση, είναι η τελευταία φορά που υποβάλλω το σώμα μου σε τέτοια μεταβολή βάρουςサ.
ΖΑΚ ΜΕΡΙΝ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
1936 Γεννιέται στο Κλισί, από οικογένεια εργατικής τάξης. Ο πατέρας του δουλεύει σε βιομηχανία κεντημάτων.
1956 Φεύγει για τον πόλεμο της Αλγερίας. Θα επιστρέψει μετά από 3 χρόνια, με παράσημο καλής συμπεριφοράς.
1961 Παντρεύεται με τη Μαρία ντε λα Σολεδάδ στο Παρίσι (στην ταινία αναφέρεται ως Σοφία). Αποκτούν μαζί 3 παιδιά αλλά χωρίζουν το 1965.
1962 Πρώτη φυλάκιση για ληστεία.
1966 Πρώτη συνάντηση με τη Ζαν Σνάιντερ, το θηλυκό alter ego του, με την οποία φυγαδεύονται στον Καναδά.
1969 Απαγωγή του Καναδού δισεκατομμυριούχου Ντελοριέ. Ο Μερίν και η Ζαν Σνάιντερ κατηγορούνται για το φόνο ενός ξενοδοχοϋπαλλήλου αλλά στη συνέχεια αθωώνονται.
1969 Ο Μερίν και η Ζαν Σνάιντερ συλλαμβάνονται στο Τέξας. Παραδίδονται στις αρχές του Καναδά και καταδικάζονται σε 15 και 10 χρόνια κράτησης αντίστοιχα.
1972 Απόδραση του Μερίν από τη σωφρονιστική φυλακή του Σαν Βινσάν ντε Πολ. Δεκαπέντε μέρες αργότερα επιστρέφει για να απελευθερώσει τους συντρόφους του. Κηρύσσεται ォΔημόσιος Κίνδυνος Νο1サ στον Καναδά. Ληστεύει αρκετές τράπεζες και καταφεύγει στη Βενεζουέλα.
1972 Επιστρέφει στη Γαλλία.
1973 Πρώτη σύλληψη πριν την εντυπωσιακή απόδρασή του από το δικαστήριο Κομπιέν, κατά την οποία παίρνει το δικηγόρο του ως όμηρο. Συλλαμβάνεται ξανά από το Διευθυντή της Αστυνομίας Μπρουσάρ, τον οποίον υποδέχεται με ένα ποτήρι σαμπάνιας. Από τη στιγμή αυτή θεωρείται ォΔημόσιος Κίνδυνος Νο1サ και στη Γαλλία.
1977 Εκδίδεται η αυτοβιογραφία του ォΤο Ένστικτο του Θανάτουサ, την οποία έγραψε και μοίραζε κρυφά στη φυλακή. Περίφημη δίκη στο Παρίσι: με τις φάρσες του, ο Μερίν τραβάει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ, προτού καταδικαστεί σε 20 χρόνια κάθειρξης.
1978 Απόδραση από τη φυλακή Λα Σαντέ, με το συνεργό του, Φρανσουά Μπες. Επίθεση στο καζίνο Ντοβίλ. Πρώτη γνωριμία με τη Συλβιά Ζανζακό, με την οποία θα ταξιδέψει στην Ιταλία και το Λονδίνο. Προσπάθεια απαγωγής του δικαστή Πετί.
1979 Απαγωγή του δισεκατομμυριούχου Λελιέβρ. Απαγωγή του δημοσιογράφου Τιλιέ ο οποίος βρίσκεται στη συνέχεια νεκρός. Ο Μερίν κατακλύζει τα ΜΜΕ, με συνεντεύξεις και φωτογραφίσεις. Δημιουργείται ειδικό αστυνομικό κλιμάκιο που ακούει στο όνομα ‘Αντι-Μερίν’.
2.11.1979 Ο Μερίν πυροβολείται μέχρι θανάτου στο κέντρο του Παρισιού, στην πλατεία Κλινιανκούρ, από τους άντρες του Μπρουσάρ. Η ερωμένη του, Συλβιά Ζανζακό, τραυματίζεται σοβαρά.
Ο ΜΕΡΙΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΜΕ
Ανεξάρτητα από τη σημασία των εγκληματικών του πράξεων, το πλήθος των κατορθωμάτων του και το φαντασμαγορικό του θάνατο, ο μύθος του Ζακ Μερίν δε θα ήταν αυτός που ξέρουμε αν δεν είχε τη βοήθεια των ΜΜΕ. Η χιουμοριστική του διάθεση και η ικανότητά του να μεταμορφώνεται εντυπωσίασαν τους δημοσιογράφους κι έτσι ο ίδιος μπόρεσε να τους εκμεταλλευτεί. Παρότι ήταν πασίγνωστος ως γκάνγκστερ στον Καναδά από τη δεκαετία του ’60, στη Γαλλία έγινε γνωστός το 1975, όταν έστειλε ένα απειλητικό γράμμα σε δημοσιογράφο της εφημερίδας Express που είχε υπογράψει άρθρο αντίθετο με τις απόψεις του Μερίν. Δύο χρόνια αργότερα, λίγο μετά την έκδοση της αυτοβιογραφίας του, μια αίθουσα δικαστηρίων στο Παρίσι φιλοξένησε μια ακόμα επίδειξη τόλμης και ευφυίας του Μερίν, την οποία αναπαρήγαγαν με ενθουσιασμό οι εφημερίδες:
Δικαστής: Και τι ακριβώς κάνατε με τα χρήματα της ληστείας?
Μερίν: Τα έβαλα στην τράπεζα κύριε Δικαστά. Εξακολουθεί να είναι το πιο ασφαλές μέρος για να τα φυλάξει κανείς τα χρήματά του.
Ολόκληρο το Μάρτιο του 1978, αμέσως μετά την απόδρασή του από τη φυλακή Λα Σαντέ, ο Μερίν έγραφε σε διάφορες εφημερίδες, ανασκευάζοντας τα όσα λέγονταν γι’αυτόν. Έδωσε δύο μεγάλες συνεντεύξεις στο Paris Match και τη Liberation, στις οποίες αποκάλυπτε λεπτομέρειες για την απόδρασή του, τη ζωή του και τις ελπίδες του για το μέλλον – οι συνεντεύξεις συνοδεύονταν από προκλητικές φωτογραφίσεις του, με όπλο στο χέρι και ακάλυπτο πρόσωπο. Με κάθε ευκαιρία χρησιμοποιούσε τα μέσα για να τονίσει την αντίδρασή του απέναντι στην αδικία και τον αγώνα του ενάντια στις απάνθρωπες συνθήκες απομόνωσης των φυλακών.
Χάρη στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η απόδραση του Μερίν έγινε ένα ζωντανό έπος. Και όταν τα κατορθώματά του ατονούσαν, δε δίσταζε να πουλάει φωτογραφίες με την ερωμένη του, Συλβιά Ζανζακό, σε εβδομαδιαίο έντυπο, το οποίο μάλιστα τον ανακήρυξε Άντρα της Χρονιάς 1978. Αλλά τα μέσα, που του είχαν εξασφαλίσει την τεράστια δημοτικότητά του, ήταν και αυτά που τον αποκαθήλωσαν όταν το 1979 απήγαγε και τελικά σκότωσε το δημοσιογράφο Ζακ Τιλιέρ με την υποψία ότι τον είχε καταδώσει. Ο Μερίν προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του με γράμματα προς τη Le Monde και τη Liberation, στέλνοντας παράλληλα τρεις πολαρόιντ που έδειχναν τον Τιλιέ γυμνό στο πάτωμα, ανήμπορο και αιμόφυρτο. Αυτό το θέαμα ξεπέρασε τα όρια των αναγνωστών, και η επαφή του με τα media έφτασε στο τέλος της. Δύο μήνες αργότερα, ο Δημόσιος Κίνδυνος Νο1 θα έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες της αστυνομίας.
Δικαστής: Και τι ακριβώς κάνατε με τα χρήματα της ληστείας?
Μερίν: Τα έβαλα στην τράπεζα κύριε Δικαστά. Εξακολουθεί να είναι το πιο ασφαλές μέρος για να τα φυλάξει κανείς τα χρήματά του.
Ολόκληρο το Μάρτιο του 1978, αμέσως μετά την απόδρασή του από τη φυλακή Λα Σαντέ, ο Μερίν έγραφε σε διάφορες εφημερίδες, ανασκευάζοντας τα όσα λέγονταν γι’αυτόν. Έδωσε δύο μεγάλες συνεντεύξεις στο Paris Match και τη Liberation, στις οποίες αποκάλυπτε λεπτομέρειες για την απόδρασή του, τη ζωή του και τις ελπίδες του για το μέλλον – οι συνεντεύξεις συνοδεύονταν από προκλητικές φωτογραφίσεις του, με όπλο στο χέρι και ακάλυπτο πρόσωπο. Με κάθε ευκαιρία χρησιμοποιούσε τα μέσα για να τονίσει την αντίδρασή του απέναντι στην αδικία και τον αγώνα του ενάντια στις απάνθρωπες συνθήκες απομόνωσης των φυλακών.
Χάρη στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η απόδραση του Μερίν έγινε ένα ζωντανό έπος. Και όταν τα κατορθώματά του ατονούσαν, δε δίσταζε να πουλάει φωτογραφίες με την ερωμένη του, Συλβιά Ζανζακό, σε εβδομαδιαίο έντυπο, το οποίο μάλιστα τον ανακήρυξε Άντρα της Χρονιάς 1978. Αλλά τα μέσα, που του είχαν εξασφαλίσει την τεράστια δημοτικότητά του, ήταν και αυτά που τον αποκαθήλωσαν όταν το 1979 απήγαγε και τελικά σκότωσε το δημοσιογράφο Ζακ Τιλιέρ με την υποψία ότι τον είχε καταδώσει. Ο Μερίν προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του με γράμματα προς τη Le Monde και τη Liberation, στέλνοντας παράλληλα τρεις πολαρόιντ που έδειχναν τον Τιλιέ γυμνό στο πάτωμα, ανήμπορο και αιμόφυρτο. Αυτό το θέαμα ξεπέρασε τα όρια των αναγνωστών, και η επαφή του με τα media έφτασε στο τέλος της. Δύο μήνες αργότερα, ο Δημόσιος Κίνδυνος Νο1 θα έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες της αστυνομίας.
Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011
Η Βιολογική Θεωρία προσδιορισμού της εγκληματικής συμπεριφοράς

της Μαίρης Μαρούλη,
ασκουμένης δικηγόρου
O Cesare Lombroso (1835 – 1909), ιταλός πανεπιστημιακός καθηγητής και εγκληματολόγος, έγινε παγκοσμίως γνωστός για τις μελέτες και τις θεωρίες του πάνω στο πεδίο της χαρακτηρολογίας ή, αλλιώς, της σχέσης ανάμεσα στα πνευματικά και στα σωματικά χαρακτηριστικά. Τόνισε τη σημασία της επιστημονικής μελέτης του εγκληματικού μυαλού, η οποία αργότερα έγινε γνωστή ως εγκληματολογική ανθρωπολογία.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Παιδί ευκατάστατης Εβραϊκής οικογένειας, ο Λομπρόζο γεννήθηκε στη Βερόνα στις 6 Νοεμβρίου του 1835. Το 1852 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας από την οποία αποφοίτησε το 1858. Το ενδιαφέρον του για τους φτωχούς, τους περιθωριοποιημένους και τους παράφρονες εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στις αρχές της ιατρικής του σταδιοδρομίας, τότε που ως νέος γιατρός ταξίδευε στην επαρχία της Λομβαρδίας διανέμοντας φυλλάδια με οδηγίες – τυπωμένα με δικά του έξοδα – στους χωρικούς, οι οποίοι ήταν εκτεθειμένοι και συχνά προσβάλλονταν από πελλάγρα.
Την περίοδο του Αυστρο-ιταλικού πολέμου το 1859, επίσης γνωστού με το όνομα «Δεύτερος Πόλεμος για την Ιταλική Ανεξαρτησία», υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός στα Ιατρικά Στρατιωτικά Σώματα. Μετατέθηκε στην Καλαβρία για τρεις μήνες και εκεί μελέτησε τους κατοίκους, τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους. Το ενδιαφέρον του για το έγκλημα ξεκινά το 1864, όταν μελετούσε τα τατουάζ στα χέρια των στρατιωτών και τις υποτιμητικές φράσεις {επίσης με τη μορφή τατουάζ} οι οποίες ξεχώριζαν τον «έντιμο από τον μη έντιμο στρατιώτη». Ο Λομπρόζο διαπίστωσε ότι τα τατουάζ από μόνα τους δεν επαρκούσαν για την κατανόηση της φύσης των εγκληματιών και ότι ήταν απαραίτητο να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά του μή φυσιολογικού ατόμου, δηλαδή του εγκληματία και του παράφρονα, μέσω της εμπειρικής μεθόδου της θετικιστικής επιστήμης.

Το 1866 προτάθηκε για λέκτορας του Πανεπιστημίου της Παβίας και αργότερα έγινε καθηγητής ψυχολογίας και ιατροδικαστικής στο ίδιο Πανεπιστήμιο και μετέπειτα στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο. Εκεί πραγματοποίησε λεπτομερείς ανθρωπομορφικές μελέτες χρησιμοποιώντας πτώματα και επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στο σχήμα του κρανίου ως ένδειξη ύπαρξης κάποιας ανωμαλίας (μελέτες αυτού είδους είχαν πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά από τον γερμανό γιατρό Φρανς Γιόζεφ Γκαλ, ο οποίος είχε ασχοληθεί με την κρανιολογία, την χαρακτηρολογία και την έμφυτη κοινωνιοπαθολογία).
Στις 10 Απριλίου του 1870 παντρεύτηκε τη Νίνα ντε Μπενεντέτι και απέκτησαν πέντε παιδιά. Το δεύτερο παιδί τους, η Τζίνα Λομπρόζο, έγραψε αργότερα τη βιογραφία του πατέρα της.

«Ο ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»
Το κυριότερο έργο του “L’ Uomo delinquente” («Ο Εγκληματίας άνθρωπος»), εκδόθηκε το 1876. Ο Λομπρόζο βασιζόμενος σε παρατηρήσεις του από τη συμπεριφορά των ζώων, των αρχαίων λαών και των άγριων φυλών, απέδωσε το έγκλημα σε αταβισμό, δηλαδή σε επαναστροφή του ατόμου σε παλαιότερη άγρια κατάσταση (ιδέα που αρχικά είχε υποστηρίξει ο Δαρβίνος). Υποστήριζε ότι ανατομικές έρευνες σε σώματα εγκληματιών που είχαν πεθάνει καθώς επίσης και εφαρμογές ανθρωπομετρικών μεθόδων πάνω σε κρατούμενους, απεκάλυπταν ότι οι εγκληματίες ήταν σωματικά διαφοροποιημένοι από τους φυσιολογικούς ανθρώπους. Αν η εγκληματικότητα ήταν χαρακτηριστικό που μεταβιβάζεται μέσω κληρονομικότητας, τότε ο εκ γενετής εγκληματίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτός από σωματικά αταβιστικά στίγματα, όπως για παράδειγμα τα μεγάλα σαγόνια, τα ψηλά ζυγωματικά, η γαμψή μύτη, τα σαρκώδη χείλη κ.ο.κ. Ο Λομπρόζο προχώρησε σε διαχωρισμό των βιολογικών στιγμάτων ανάλογα με το είδος του εγκλήματος (λ.χ. οι δράστες εγκλημάτων κατά της ζωής έχουν κοντόχοντρα χέρια, ενώ οι δράστες κλοπών, απατών και βιασμών έχουν μακριά χέρια) και υπήγαγε σε αυτά το χαρακτηριστικό της στίξης (τατουάζ), αποδίδοντάς το επίσης σε αταβισμό. Εκτός των βιολογικών, επισήμανε και την ύπαρξη κοινωνιολογικών στιγμάτων τα οποία διαχώριζαν τον εκ γενετής εγκληματία από έναν φυσιολογικό άνθρωπο (π.χ. η “αργκό”, τα «ιερογλυφικά»- κάτι αντίστοιχο με το σημερινό γκράφιτι-, τα τραγούδια και τα ποιήματα των εγκληματιών που συνήθως γράφονταν μέσα στις φυλακές).

Αργότερα, ο Λομπρόζο έγινε διευθυντής στο άσυλο του Πεζάρο, γεγονός που αποδείχθηκε μια θαυμάσια και εποικοδομητική εμπειρία. Εκείνη την περίοδο ετοίμασε και παρουσίασε στις αρμόδιες υπουργικές αρχές μια πρόταση που αφορούσε την ίδρυση ασύλων για διανοητικά διαταραγμένα άτομα που είχαν διαπράξει έγκλημα και για επικίνδυνα διανοητικά διαταραγμένα άτομα. Επίσης την ίδια εποχή, ξαναέγραψε τον «Εγκληματία άνθρωπο» και στην 6η έκδοση αναφέρεται διεξοδικά στις κοινωνικές αιτίες του εγκλήματος σε συνδυασμό με ορισμένες ψυχολογικές εμμονές, καθώς και στο γεγονός ότι η εγκληματικότητα δεν είναι μόνο ένα εκ γενετής χαρακτηριστικό. Αναμφισβήτητα είχε επηρεαστεί από τον γαμπρό του Γουλιέλμο Φερέρο (Guglielmo Ferrero), με τον οποίο εξέδωσε το βιβλίο “La donna delinquente” («Η εγκληματίας γυναίκα»).
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΤΣΕΖΑΡΕ ΛΟΜΠΡΟΖΟ
Ο Λομπρόζο ήταν πρωτοπόρος της επιστημονικής εγκληματολογίας: επικεντρώθηκε στην επιστημονική μεθοδολογία προκειμένου να προσδιορίσει την εγκληματική συμπεριφορά και να απομονώσει άτομα ικανά να διαπράξουν τις πιο βίαιες μορφές εγκληματικής δραστηριότητας. Υποστήριξε τη μελέτη των ατόμων με τη βοήθεια μετρήσεων και στατιστικών μεθόδων, οι οποίες θα προσέφεραν ανθρωπολογικά, κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα. Μέσω διαδοχικών ερευνών στήριξε τις θεωρίες του σε διεξοδικότερη στατιστική ανάλυση ενώ, παράλληλα, δεν σταματούσε να εντοπίζει πρόσθετα αταβιστικά στίγματα. Ο Λομπρόζο ήταν υπέρμαχος της ανθρώπινης μεταχείρισης των εγκληματιών και κάθε προσπάθειας επανένταξής τους στην κοινωνία.
Το έργο του ασκούσε μεγάλη επιρροή στη Λατινική Αμερική και σε άλλες ισπανόφωνες χώρες μέχρι τη στιγμή που ο Τσάρλς Γκόρινγκ (Charles Goring), ένας άγγλος διευθυντής φυλακών, έγραψε το 1913 το βιβλίο «Ο Άγγλος Κατάδικος» (The British Convict). Αυτό το βιβλίο απέδειξε ότι οι Βρετανοί κατάδικοι δεν διαφέρουν από τους υπόλοιπους Άγγλους και ότι όλες οι θεωρίες του Λομπρόζο ήταν αβάσιμες.

Γενικότερα το έργο του Λομπρόζο υποδαυλίστηκε από τις δαρβινιστικές του απόψεις και κυρίως την προγενετική αντίληψη της εξέλιξης ως «προόδου από κατώτερες σε ανώτερες μορφές ζωής» και τη θέση ότι τα πιο «εξελιγμένα» ανθρώπινα χαρακτηριστικά θα εξασφάλιζαν στους κατόχους τους μια ειρηνική ζωή μέσα σε μια ιεραρχημένη κοινωνία, πολύ διαφορετική από τις συνθήκες μέσα στις οποίες τα άτομα αναπτύχθηκαν σταδιακά. Οι επικρίσεις κατά της θεωρίας του θα μπορούσαν να συνοψισθούν ως εξής: α) η στατιστική προσέγγιση και επεξεργασία ήταν ανεπαρκής, β) η σύγχρονη θεωρία της γενετικής απορρίπτει τον αταβισμό, γ) τα βιολογικά στίγματα είναι συνήθως απόρροια των συνθηκών διαβίωσης, δ) η παραδοχή της ύπαρξης βιολογικών στιγμάτων θα οδηγήσει σε άνιση και συχνά άδικη μεταχείριση των ατόμων που τα φέρουν και ε) τα κοινωνικά στίγματα συνδέονται τις περισσότερες φορές με τις απαιτήσεις της μόδας και την κοινωνική τάξη του ατόμου. Στην προσπάθειά του να προβλέψει την εγκληματικότητα από τα κρανία και τα υπόλοιπα σωματικά χαρακτηριστικά των εγκληματιών, δημιούργησε στην πραγματικότητα μια «ψευδοεπιστήμη». Παρ’ όλα αυτά, ο Λομπρόζο δεν παύει να είναι ο άνθρωπος που θεμελίωσε επιστημονικά τη σύγχρονη εγκληματολογία και έθεσε, ιδίως, τις βάσεις για τη βιολογική της προσέγγιση.
(Αναδημοσίευση από το Πρώτο Τεύχος του “The Art of Crime”, του Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματικών Ερε
Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011
Ληστεία Τραπέζης-Πρώτη Περίοδος
Στην πρώτη περίοδο των ληστειών τραπέζης της Άγριας Δύσης (1870-1890) η ληστεία, κατά μία θεώρηση, ήταν αντανάκλαση της Αυτοεκπληρούμενης Προφητείας. Δηλαδή οι αστυνομικοί, οι οποίοι, στην αρχή αποτελούνταν από τα πιο ακατάλληλα άτομα για την τήρηση του νομικού πλαισίου, άσκησαν την εξουσία τους σε όσους είχαν αντιθέσεις μαζί τους. Οι αδικούμενοι αντιδρούσαν, βέβαια, στο επίπεδο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με αποτέλεσμα οι αστυνομικοί να τους καταδιώξουν. Έτσι οι αστυνομικοί, επιβεβαιώνοντας τις “στημένες” υποθέσεις τους, ήθελαν στη συνέχεια να σταματήσουν εκείνο το οποίο οι ίδιοι είχαν προκαλέσει. Δηλαδή, στην αρχή, ο ίδιος ο νόμος γέννησε τον άλλο του εαυτό, ήτοι την παρανομία. Σχετικά με αυτό βλέπε τα DVD: "Νεντ Κέλι", "Η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από το δειλό Ρόμπερτ Φορντ".Οι δράστες αυτοί ήταν ηλικιακά πολύ νέοι, σε πολύ καλή φυσική κατάσταση, με ύψος περίπου στο 1,72-1,75, με ισχνό γωνιώδες πρόσωπο, διαπεραστικό βλέμμα και καταβεβλημένο πρόσωπο. Όλα αυτά βέβαια όχι ως απόρροια της Βιολογικής Θεωρίας περί γεννημένου ληστή αλλά της Θεωρίας ίσως του Merton περί διαμορφωμένου από τις κοινωνικές συνθήκες ληστή. Ληστής δηλαδή από τοποθέτηση των άλλων.
Υπάρχει, επίσης, και η Θεωρία της ¨σύγκρουσης ιδεών” η οποία θεωρεί τη βία ως διαμάχη μεταξύ αλληλοσυγκρουόμενων επιδιώξεων οι οποίες και αυτές, με τη σειρά τους αποτελούν απόρροια των ιδεολογικών τοποθετήσεων και των κοινωνικών ανισοτήτων. Οι δράστες σε αυτή την περίπτωση επιλέγουν τη ληστεία βάση δικής τους θέσης. Εδώ για παράδειγμα, όσν αφορά τη συγκεκριμένη περίοδο, έχουμε την ταινία "Η Άγρια Συμμορία" του Σαμ Πέκινπα. Μετά τον αμερικανικο εμφύλιο πόλεμο και την επικράτηση των Βορείων, πολλές ομάδες Νοτίων αρνήθηκαν να ενταχθούν στη νέα οικονομικοπολιτική πραγτικότητα. Δημιουργήθηκαν έτσι συμμορίες οι οποίες στράφηκαν προς τις ληστείες τραπεζών, τρένων και χρηματοοικονομικών αποστολών που γινόταν με τις άμαξες της εποχής.
Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011
Τζέσε Τζέιμς, 1880 στην Αμερική, 35 χρόνων, 1η περίοδος, σε DVD
Η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ (The Assassination of Jesse James by the coward Robert Ford)

Σκηνοθεσία: Andrew Dominik
Πρωταγωνιστούν: Brad Pitt, Casey Affleck, Mary-Louise Parker, Zooey Deschanel, Sam Shepard, Sam Rockwell
Κατηογρία: Γουέστερν
Λίγα λόγια για την ταινία: Στην Αμερική του 1880 όλοι γνωρίζουν τον Τζέσε Τζέιμς. Είναι ο πιο στυγερός εγκληματίας καταζητούμενος σε 10 πολιτείες. Είναι όμως επίσης και ο μεγαλύτερος λαϊκόςήρωας της χώρας που μάλιστα παρομοιάζεται με τον Ρομπέν των Δασών. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τον Ρόμπερτ Φορντ. Τουλάχιστον προσωρινά, καθώς ο φιλόδοξος 19χρονος σκοπεύει να αλλάξει τη μοίρα του. Θα γίνει φίλος με τον Τζέσε. Θα μπει στη συμμορία του και αν δεν καταφέρει να αποκτήσει τη δόξα που θέλει δεν θα διστάσει να τον σκοτώσει.
Πρωταγωνιστούν: Brad Pitt, Casey Affleck, Mary-Louise Parker, Zooey Deschanel, Sam Shepard, Sam Rockwell
Κατηογρία: Γουέστερν
Λίγα λόγια για την ταινία: Στην Αμερική του 1880 όλοι γνωρίζουν τον Τζέσε Τζέιμς. Είναι ο πιο στυγερός εγκληματίας καταζητούμενος σε 10 πολιτείες. Είναι όμως επίσης και ο μεγαλύτερος λαϊκόςήρωας της χώρας που μάλιστα παρομοιάζεται με τον Ρομπέν των Δασών. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τον Ρόμπερτ Φορντ. Τουλάχιστον προσωρινά, καθώς ο φιλόδοξος 19χρονος σκοπεύει να αλλάξει τη μοίρα του. Θα γίνει φίλος με τον Τζέσε. Θα μπει στη συμμορία του και αν δεν καταφέρει να αποκτήσει τη δόξα που θέλει δεν θα διστάσει να τον σκοτώσει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

